Το δακτυλίδι του Πολυκράτη

Το δακτυλίδι του Πολυκράτη

Η μεγάλη και συνεχής ευτυχία είναι μόνο θεϊκό προνόμιο, ενώ η μοίρα του ανθρώπου είναι η συνεχής αλλαγή με τα εναλλασσόμενα και απρόβλεπτα πάθη

Όπως εξιστορεί ο Ηρόδοτος, σ᾽ ένα μέρος (39-43) του τρίτου βιβλίου των Ἱστοριῶν του, ο τύραννος της Σάμου Πολυκράτης, στα χρόνια που την κυβερνούσε (πιθανόν 535-522 π.Χ.), είχε καταστήσει το νησί σημαντική ναυτική δύναμη με μεγάλο πλούτο, αποκτώντας έτσι και ο ίδιος μεγάλη ισχύ και πλούτο.  Μέσα σε λίγο χρόνο μεγάλωσε ραγδαία η δύναμη του Πολυκράτη, κι όλος ο τότε κόσμος μιλούσε γι᾽ αυτόν, γιατί όπου και να κινούσε τα πλοία και τον στρατό του, όλα τού πήγαιναν ευνοϊκά, με εξασφαλισμένη την επιτυχία.   Κατέχοντας ναυτική δύναμη εκατό πλοίων «Σάμαινες» και χίλιους τοξότες, αλώνιζε και αναστάτωνε τον τότε κόσμο, δίχως καμία διάκριση, γιατί, όπως έλεγε, «θα τους υποχρέωνε περισσότερο, αν έδινε πίσω όσα τους είχε πάρει, παρά αν εξαρχής δεν είχε πάρει τίποτε».

Το δακτυλίδι του Πολυκράτη. Xρωμολιθογραφία.

Η πολύ μεγάλη ευτυχία ωστόσο, σύμφωνα με την αντίληψη των αρχαίων, προκαλεί τον «φθόνο των θεών», γι’ αυτό και ο φίλος του, Άμασις Β’ ( ή Άμωσις Β’) βασιλιάς της Αιγύπτου (570-526 π.Χ. φημισμένος για τη στοχαστική του σοφία), του έγραψε ένα γράμμα : «Είναι χαρά αληθινή να μαθαίνεις πως κάποιος δικός σου, δεμένος με στενή φιλία μαζί σου, ευτυχεί· αλλά εμένα οι τόσο μεγάλες σου τύχες δεν μ᾽ αρέσουν, γιατί το ξέρω πως το θείο φθονεί. Γι᾽ αυτό και ο ίδιος θέλω, και όσους αγαπώ, σε κάποια πράγματα να έχουμε καλή τύχη, σε κάτι όμως να στραβώνει η τύχη, και έτσι να περνάει η ζωή μου με εναλλαγές, όχι συνεχώς και μόνο να ευτυχώ. Γιατί εγώ δεν άκουσα και δεν ξέρω κανένα που να πλέει στην ευτυχία, και να μην τέλειωσε τη ζωή του κακήν κακώς. Δείξε μου λοιπόν εμπιστοσύνη και κάνε μέσα στην ευτυχία σου αυτό που θα σου πω. Κοίταξε να βρεις τι σου είναι πολυτιμότερο, που αν το χάσεις, θα πονέσει η ψυχή σου πιο πολύ, κι αυτό βγάλτο από πάνω σου, να μην το ξαναδεί μάτι ανθρώπου. Κι αν μετά ταύτα συμβεί να μην συναλλάζουν πάλι οι ευτυχίες σου με πάθη, συνέχισε την ίδια τακτική θεραπείας που σου λέω».

Το δακτυλίδι του Πολυκράτη. Χαλκογραφία του Matthäus Merian 1630, Χρωματισμός αργότερα

O Πολυκράτης σκέφτηκε τις συμβουλές του Άμασι και τις θεώρησε σωστές, έτσι άρχισε να γυρεύει πιο από τα πολύτιμα πράγματα του θα τον στεναχωρούσε περισσότερο όταν θα το έχανε. Ψάχνοντας, σκέφτηκε το χρυσόδετο δαχτυλίδι που φορούσε, με σφραγιδόλιθο από σμαράγδι, το οποίο είχε φιλοτεχνήσει και του το δώρισε, ο Θεόδωρος, γιος του Τηλεκλή από τη Σάμο.  Αφού πήρε την απόφαση να πετάξει το πολύτιμο δακτυλίδι του, επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο (Σάμαινα) και αφού απομακρύνθηκε αρκετά από το νησί, βγάζει το δαχτυλίδι από το δάχτυλό του και μπρος στα μάτια όλου του πληρώματος το ρίχνει στη θάλασσα κι ύστερα πήρε το δρόμο του γυρισμού νιώθοντας πραγματικά δυστυχισμένος.

Το δακτυλίδι του Πολυκράτη. Albumen Ασημοτυπία του Josef Albert 1859–1862.

Πέντε με έξι μέρες αργότερα, κάποιος ψαράς έπιασε ένα μεγάλο ψάρι, το οποίο θεώρησε ότι έπρεπε να το προσφέρει ως δώρο στον Πολυκράτη. Όταν οι υπηρέτες καθάριζαν το ψάρι βρίσκουν μες στην κοιλιά του να λάμπει το δαχτυλίδι του Πολυκράτη. Μόλις το είδαν, το παρέδωσαν στον Πολυκράτη, εξηγώντας του το τρόπο που το βρήκαν. Τότε αυτός το θεώρησε «θεϊκό σημάδι» και με μεγάλη χαρά γράφει ένα γράμμα στον βασιλιά Άμασι, εξιστορώντας του όλα όσα συνέβησαν με το δαχτυλίδι.

Διαβάζοντας ο Άμασις το γράμμα, σκέφτηκε ότι είναι αδύνατον ο Πολυκράτης να γλιτώσει από το πεπρωμένο του, και πως δεν πρόκειται το τέλος του Πολυκράτη να είναι καλό, αφού η μεγάλη του τύχη δεν λέει να αλλάξει και ότι χάνει, το ξαναβρίσκει.  Ο Άμασις φοβούμενος την μεγάλη στεναχώρια και τον πόνο που θα τον χτυπούσε, ύστερα από τη βέβαιη συμφορά, που θα έστελναν οι θεοί στο φίλο του, έστειλε κήρυκα στη Σάμο και του διαμήνυσε πως διαλύει την συμμαχία και τη φιλία που τους έδενε (αν και το πιθανότερο είναι ότι η συμμαχία διαλύθηκε, επειδή ο Πολυκράτης είχε στείλει βοήθεια στον Καμβύση όταν αυτός επιτέθηκε στην Αίγυπτο).

Το δακτυλίδι του Πολυκράτη. Του Cornelis Massijs (πιθανόν), 1520 – 1557

Μετά από μερικά χρόνια (πιθανόν το 522 π.Χ.), ο Πολυκράτης δολοφονήθηκε με βάναυσο τρόπο, πέφτοντας στην παγίδα του Οροίτη, ο οποίος τον μισούσε, είτε γιατί είχε αποτύχει να κατακτήσει τη Σάμο είτε γιατί ο Πολυκράτης είχε περιφρονήσει έναν Πέρση πρέσβη. Ο Οροίτης γνωρίζοντας την απληστία του Πολυκράτη, του ζήτησε να τον βοηθήσει να φυγαδεύσουν τον θησαυρό του βασιλιά της Περσίας ο οποίος κινδύνευε, υποσχόμενος στον Πολυκράτη τον μισό.   Ο Πολυκράτης, παρά τις συμβουλές των φίλων του καθώς και την προφητεία της κόρης του (ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι είχε δει ένα άσχημο όνειρο που σήμαινε τον θάνατο του πατέρας της), πήγε στις Σάρδεις της Λυδίας στην Μικρά Ασία, όπου ο Οροίτης τον συνέλαβε και έβαλε να τον γδάρουν ζωντανό και έπειτα να τον σταυρώσουν.

Το άδοξο τέλος του Πολυκράτη επιβεβαίωσε τον βασιλιά Άμασι και την αντίληψη των αρχαίων ότι η πολύ μεγάλη και συνεχής ευτυχία, προκαλεί τον φθόνο των θεών, «τὸ θεῖον ὡς ἔστι φθονερόν».   Ο θεός δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να συμμετέχει στον δικό του ζωτικό χώρο, σ’ αυτά που μόνο αυτός μπορεί να απολαμβάνει, αφού η μεγάλη και συνεχής ευτυχία είναι μόνο θεϊκό προνόμιο.   Σε αντίθεση, η μοίρα του ανθρώπου είναι η συνεχής αλλαγή με τα εναλλασσόμενα και απρόβλεπτα πάθη «πάν εστι άνθρωπος συμφορή».